Το διάγγελμα Τσίπρα (τ. 114)

και η «απελευθέρωση» της Ελλάδας

Το υπερ-αισιόδοξο σενάριο, το ρεαλιστικό σενάριο

και οι αποθαρρυντικές διεθνείς εξελίξεις...

του Θανάση Χατζή

Όταν, στις 8 Δεκεμβρίου, ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας απηύθυνε, επιστρέφοντας από το ταξίδι του στο Ισραήλ, διάγγελμα προς τον ελληνικό λαό, ανακοινώνοντας μέτρα για τα πιο αδύναμα στρώματα (13η σύνταξη στους χαμηλοσυνταξιούχους κάτω των 850 ευρώ), δύο ήταν οι κυριότερες αντιδράσεις εκ μέρους των πολιτικών σχολιαστών:

Η μία αντίδραση χαρακτήριζε το γεγονός αυτό ως «παροχολογία», σαν αυτές που παραδοσιακά συνηθίζονται εν όψει πρόωρων ή κανονικών εκλογών. Ακόμη και ο προηγούμενος πρωθυπουργός, ο Αντώνης Σαμαράς, είχε ανακοινώσει μερικούς μήνες πριν τις εκλογές του Ιανουαρίου του 2015 τη διανομή πάνω από 500 εκατ. ευρώ ως κοινωνικό μέρισμα, προερχόμενο από το πρωτογενές πλεόνασμα του 2013, σε ένα εκατομμύριο χαμηλόμισθους και χαμηλοσυνταξιούχους, καθώς και σε ένστολους με μισθό κάτω από 1.500 ευρώ.

 

Η δεύτερη, πιο «συνωμοσιολογική», αντίδραση ήθελε τον Έλληνα πρωθυπουργό να ανακοινώνει μέτρα τα οποία δεν θα δέχονταν οι δανειστές της χώρας, θα του ζητούσαν να τα πάρει πίσω διότι θα εκτροχίαζαν τον προϋπολογισμό του ελληνικού κράτους, αμέσως μετά η ελληνική κυβέρνηση θα κατήγγελλε τις εμμονές των δανειστών (αφού τα μέτρα δεν επηρεάζουν την συμφωνία), οπότε και σε αυτήν την εκδοχή θα προσέφευγε στη συνέχεια σε πρόωρες εκλογές, έχοντας επιπλέον ο πρωθυπουρ­γός και το προφίλ του «αντάρτη» που ήλθε σε κόντρα με τους τροϊκανούς.

Μεγάλες προσδοκίες...

Και οι δύο αυτές αναλύσεις ήταν και αληθοφανείς και εύλογες. Αυτοί, όμως, που παρακολουθούν συστηματικά εδώ και χρόνια και τις κινήσεις της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ στη σκακιέρα της πολιτικής, αλλά και τους κυβερνητικούς χειρισμούς ειδικά μετά την πρωτοφανή κρίση του καλοκαιριού του 2015 και την υπογραφή του τρίτου μνημονίου, διαβλέπουν έναν ιδιαίτερα φιλόδοξο στόχο που αποκλείει το όποιο ενδεχόμενο προκήρυξης πρόωρων εκλογών. Όπως εκτιμούν αυτοί οι πολιτικοί παρατηρητές, ο στόχος αυτός προβλέπει εκλογές με τη λήξη της τετραετούς θητείας της κυβέρνησης συνεργασίας ΣΥΡΙΖΑ-Ανεξάρτητων Ελλήνων, το 2019. Και εκλογές οι οποίες θα γίνουν σε ένα πανηγυρικό κλίμα, αφού τότε η Ελλάδα θα έχει απαλλαχθεί από την κηδεμονία των δανειστών.

Σύμφωνα με το σενάριο αυτό, η χώρας θα επιστρέψει μέσα στο 2017, και μετά από 9 χρόνια ύφεσης, στην ανάπτυξη (και ενώ οι πιο αισιόδοξες εκτιμήσεις θέλουν την επιστροφή αυτή στην ανάπτυξη ήδη από το τέταρτο τρίμηνο του 2016, κάτι που θα επαληθευτεί ή θα διαψευστεί με τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής-ΕΛΣΤΑΤ που αναμένεται να ανακοινωθούν την ερχόμενη άνοιξη). Η ανακοίνωση της επιστροφής στην ανάπτυξη θα είναι η πρώτη σοβαρή ένεση ηθικού στην Οικονομία από τότε που η χώρα μπήκε στην εθνική περιπέτεια των μνημονίων, της ανεργίας, των λουκέτων, των φόρων και της λιτότητας, και θα ανεβάσει την ψυχολογία στην αγορά.

Σε δεύτερη φάση, αμέσως μετά τη διενέργεια των γενικών εκλογών στη Γερμανία τον Σεπτέμβριο του 2017 –πάντα, εννοείται, με βάση τις κυβερνητικές φιλοδοξίες και προγραμματισμούς–, θα τεθούν σε εφαρμογή τα μεσοπρόθεσμα μέτρα για τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους. Ωστόσο, εκτιμάται πως αυτό δεν μπορεί να συμβεί νωρίτερα, καθώς το κυβερνόν Χριστιανοδημοκρατικό Κόμμα θα υποστεί σε ένα τέτοιο ενδεχόμε­νο πολιτικό κόστος, καθώς η γερμανική Κοινή Γνώμη έχει υποστεί πλύση εγκεφάλου (κυρίως από τις «κίτρινες» εφημερίδες) για τους «σπάταλους, τεμπέληδες Έλληνες, που ζητούν να τους χαριστούν τα χρέη».

Αμέσως μετά τη λήψη των μεσοπρόθεσμων μέτρων για το ελληνικό χρέος, περί τις αρχές του 2018, σύμφωνα με το καλό σενάριο και σύμφωνα με τις εξελίξεις που ευελπιστεί η ελληνική κυβέρνηση να λάβουν χώρα, αναμένεται να αναβαθμιστεί η Οικονομία και η πιστοληπτική ικανότητα της χώρας από τους μεγάλους διεθνείς Οίκους αξιολόγησης. Αυτοί είναι οι λεγόμενοι “Big Three” (οι «Τρεις Μεγάλοι»), οι οποίοι ελέγχουν περίπου το 95% των αξιολογήσεων: οι Moody's Investors Service και Standard & Poor's (S&P) που ελέγχουν συνολικά το 80% της παγκόσμιας αγοράς, ενώ ο τρίτος Οίκος είναι η Fitch Ratings που ελέγχει ένα επιπλέον 15%.

Η αναβάθμιση αυτή προσδοκάται, εάν η λήψη των μεσοπρόθεσμων μέτρων για το ελληνικό χρέος λάβει χώρα έως την άνοιξη του 2018, το αργότερο στις αρχές του καλοκαιριού του ίδιου έτους. Στην περίπτωση αυτή, η Ελλάδα θα μπορεί να ξαναβγεί στις αγορές για να δανειστεί για πρώτη φορά μετά το 2010 (δηλαδή μετά από 8 χρόνια απουσίας της από τις διεθνείς αγορές κεφαλαίων) περί το τέλος του καλοκαιριού, με αρχές φθινοπώρου του 2018. Και αυτή θα είναι μια ακόμη πιο ισχυρή τόνωση ηθικού και ψυχολογίας σε Κοινή Γνώμη και αγορά.

Στην περίπτωση αυτή, ο Αλέξης Τσίπρας, όπως έκανε και στις 8 Δεκεμβρίου 2016 απευθύνοντας διάγγελμα για να ανακοινώσει μέτρα στήριξης των αδυνάμων, θα εξαγγείλει δύο χρόνια μετά το μήνυμα της «απελευθέρωσης» της χώρας από το καθεστώς της ασφυκτικής επιτροπείας, και ειδικά από τους Γερμανούς, οι οποίοι είναι οι πιο αυστηροί και ανάλγητοι με τη χώρα μας. Κι αυτό διότι, πλέον, «δανειστές» θα είναι οι αγορές και όχι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, ο ESM και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο.

Αυτό είναι το σενάριο σύμφωνα με τις κυβερνητικές φιλοδοξίες.

Η σκληρή πραγματικότητα

Ο δρόμος, όμως, μέχρι το 2018 δεν είναι στρωμένος με ροδοπέταλα. Κάθε άλλο· οι δυσκολίες θα είναι πάρα πολλές, τα προβλήματα φαντάζουν ακόμη δυσεπίλυτα και οι εθνικές, οικονομικές και πολιτικές σκοπιμότητες και οι συσχετισμοί στην ευρωζώνη και την Ευρωπαϊκή Ένωση δεν ευνοούν την ελληνική πλευρά. Στη συντριπτική τους πλειονότητα, οι ευρωπαϊκές χώρες κυβερνώνται από δεξιά, κεντροδεξιά και, σε κάποιες περιπτώσεις, ακροδεξιά κόμματα να συμμετέχουν σε κυβερνητικά σχήματα. Ως προς τα ελάχιστα στηρίγματα που είχε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, ο μεν Ματέο Ρέντσι παραιτήθηκε στις 11 Δεκεμβρίου από την πρωθυπουργία της Ιταλίας, ο δε Φρανσουά Ολάντ δεν θα είναι υποψήφιος στις επικείμενες προεδρικές εκλογές της Γαλλίας, όπου στον δεύτερο γύρο θα βρίσκονται, εκτός απροόπτου, ένας ακραιφνής θατσερικός νεοφιλελεύθερος, ο Φρανσουά Φιγιόν, και η ακροδεξιά Μαρίν Λεπέν.

Κάτι ακόμη που σχεδιάζει να χρησιμοποιήσει ως ένεση ηθικού η κυβέρνηση, αν και είναι δύσκολο να το καταφέρει, είναι να διώξει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο από τη χώρα. Κατά τη διάρκεια της διεξοδικής συζήτησης που είχε με τη Γερμανίδα καγκελάριο, Άγκελα Μέρκελ, στις 16 Δεκεμβρίου, για την Ελληνική Οικονομία, ο Έλληνας πρωθυπουργός έκανε ειδική μνεία στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, εκφράζοντας τον προβληματισμό του για τη στάση που κρατά το Ταμείο στην όλη διαπραγμάτευση, δεδομένης και της πιθανής επιθυμίας του Ταμείου να αποχωρήσει από το ελληνικό πρόγραμμα.

Κατά τον Αλέξη Τσίπρα, η καθυστέρηση της απόφασης του ΔΝΤ που παρατηρείται όσον αφορά τη συμμετοχή του στο ελληνικό πρόγραμμα δημιουργεί έντονες ανησυχίες για την έγκαιρη ολοκλήρωση της αξιολόγησης, δεδομένης και της πολιτικής αλλαγής στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, καθώς η ορκωμοσία του Ντόναλντ Τραμπ στις 20 Ιανουαρίου μπορεί να επηρεάσει τις ισορροπίες, δεδομένης της τάσης «απομονωτισμού» σε διάφορα ζητήματα. Ήδη πολιτικοί και οικονομικοί αναλυτές θεωρούν πιθανό να ζητήσουν οι ΗΠΑ που είναι και το ισχυρότερο λόμπυ στο Γενικό Συμβούλιο του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου να αποσυρθεί το Ταμείο από το ελληνικό πρόγραμμα. Με τυχόν αποχώρηση του ΔΝΤ, το πιθανότερο σενάριο είναι να σπεύσουν οι Ευρωπαίοι να χαρακτηρίσουν «βιώσιμο» το ελληνικό χρέος νωρίτερα από όσο θα το έκαναν αυτό οι τεχνοκράτες του ΔΝΤ, μιας και θα πρυτάνευαν περισσότερο «πολιτικά» κριτήρια. Άρα, στο σενάριο αυτό, το διάγγελμα της «απελευθέρωσης» από τον Έλληνα πρωθυπουργό θα ήταν δυνατό να εξαγγελθεί και νωρίτερα από το τέλος του 2018.

Η αποχώρηση του ΔΝΤ βολεύει την ελληνική πλευρά μετά τις κόντρες ΔΝΤ-Βερολίνου για τα πρωτογενή πλεονάσματα της Ελλάδας. Το ΔΝΤ ισχυρίζεται πως, αν δεν αναθεωρηθεί ο στόχος, η διαφορά του 1,5% με το 3,5% του ΑΕΠ, θα πρέπει να καλυφθεί με σκληρά μέτρα. Μέτρα που, προφανώς, δεν αντέχουν οι Έλληνες, αφού έχουν στραγγιστεί από τους φόρους. Οι Ευρωπαίοι, περισσότερο αισιόδοξοι από την πλευρά τους, θεωρούν ότι ο στόχος του 3,5% του ΑΕΠ μπορεί να επιτευχθεί και χωρίς τη λήψη πρόσθετων μέτρων. Η αλήθεια, πάντως, φαίνεται να βρίσκεται κάπου στη μέση.

Παρά την αντίθεση αυτή και την άλλη διαφορά ΔΝΤ και Ευρωπαίων για το ζήτημα του χρέους (το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο ζητά μεγάλη περικοπή του ελληνικού χρέους, με τους Ευρωπαίους να μη θέλουν να ακούσουν κουβέντα για το θέμα αυτό), οι δύο αυτοί «παίκτες» φαίνεται να έχουν στήσει μια νέα παγίδα, την ώρα που ο Αλέξης Τσίπρας δίνει την ευρωπαϊκή μάχη απεμπλοκής και πολιτικής λύσης στην αξιολόγηση.

Η παγίδα δείχνει να στήνεται με ένα υπόγειο παιχνίδι καθυστερήσεων, προκειμένου να παραταθεί η «ελληνική εκκρεμότητα» ενδεχομένως κι έως την άνοιξη – μια παράταση που μπορεί να στερήσει από την Αθήνα τη συμμετοχή στην ποσοτι­κή χαλάρωση της ΕΚΤ (πρόκειται για ένα μέτρο μη συμβατικής επεκτατικής νομισματικής πολιτικής, με το οποίο η Ευρωπαϊ­κή Κεντρική Τράπεζα, αυξάνοντας τη νομισματική βάση, προβαίνει σε μεγάλης κλίμακας αγορές κρατικών τίτλων ή τίτλων για τους οποίους εγγυάται η κυβέρνηση μεσαίας και μακράς διάρκειας) και, παράλληλα, να την σπρώξει ξανά κοντά στην απειλή της πιστωτικής ασφυξίας, όπως εκείνη που οδήγησε το καλοκαίρι του 2015 στα capital controls.

Είναι χαρακτηριστικό ότι, την ώρα της συνάντησης Τσίπρα-Μέρκελ στο Βερολίνο, το γερμανικό περιοδικό Der Spiegel μετέδιδε την είδηση ότι το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο θα καθυστερήσει έως την άνοιξη τη λήψη της απόφασης συμμετοχής ή όχι, τελικά, στο ελληνικό πρόγραμμα. Βέβαιο είναι ότι ως τότε θα κριθούν πολλά στις παρασκηνιακές διαβουλεύσεις Σόιμπλε-ΔΝΤ για τα μέτρα που θα πάρει ή δεν θα πάρει η Ελλάδα ως το 2020. Στο κακό σενάριο, η Ελλάδα θα πρέπει να πάρει για τη διετία 2019-2020 μέτρα κοντά στα 4,2 με 4,5 δισ. ευρώ και να επιτυγχάνει πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% του ΑΕΠ για 5 έως 10 χρόνια.

Ωστόσο, οποιαδήποτε από τις δύο αυτές υποχρεώσεις κι αν αποφασιστεί, είτε τα μέτρα των 4,5 δισ. ευρώ για το 2019-2020, είτε 10ετή πλεονάσματα 3,5% του ΑΕΠ, καμία κυβέρνηση δεν μπορεί να τα πάρει – και αυτός είναι ο ισχυρότερος λό­γος για να προκηρυχθούν πρόωρες εκλογές. Πολλοί είναι, δε, αυτοί που εκτιμούν ότι η λήψη μιας τέτοιας απόφασης που ζητούν οι τροϊκανοί μπορεί να έλθει μόνο από μια συγκυβέρνηση των δύο μεγαλύτερων κομμάτων, ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ, ή μέσω μιας οικουμενικής κυβέρνησης.

Σύμφωνα ακόμη με το παραπάνω δημοσίευμα του Spiegel, το Ταμείο επέλεξε την καθυστέρηση αυτή προκειμένου να δοθεί αναγκαίος χρόνος στον νέο πρόεδρο των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, να ενημερωθεί για τις θέσεις του ΔΝΤ. Πολιτικοί σχολιαστές, όμως, θεωρούν ότι η στάση «απομονωτισμού» που φέρεται να επιλέγει σε τέτοια ζητήματα ο Ντόναλντ Τραμπ θα έχει ως αποτέλεσμα την αποχώρηση του ΔΝΤ από το ελληνικό πρόγραμμα, κάτι που θα ευνοήσει πολιτικά και επικοινωνιακά την ελληνική κυβέρνηση, έστω και αν η τελευταία θα ήθελε να παραμείνει το Ταμείο ως μοχλός πίεσης στους Ευρωπαίους να ρυθμίσουν το ελληνικό χρέος.

Ευρωπαίοι αναλυτές σχολίασαν όμως και το αντίθετο – ότι, εάν όντως επαληθευθούν αυτές οι πληροφορίες, θα πρόκειται για άσχημη εξέλιξη, όπως επισήμανε και σε tweet του ο ανταποκριτής του Γαλλικού Πρακτορείου στις Βρυξέλλες, Αλεξ Πίγκμαν.

Ο δεύτερος κίνδυνος ακούει στο όνομα «Βόλφγκανγκ Σόιμπλε». Στην περίπτωση που η Άγκελα Μέρκελ χάσει τις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2017, τότε ο νυν υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας είναι το πρώτο φαβορί για να τη διαδεχθεί στην ηγεσία του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος. Κάτι τέτοιο θα αποτελεί άσχημη εξέλιξη για την Ελλάδα, αφού η Άγκελα Μέρκελ παίζει σήμερα, κατά κάποιον τρόπο, τον ρόλο του «καλού ανακριτή» και ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε του «κακού». Έναν ρόλο που πιθανότατα θα συνεχίσει να παίζει, αφού ακόμη και αν έλθουν πρώτο κόμμα οι σοσιαλδημοκράτες, δεν διαφαίνεται προοπτική αυτοδυναμίας τους. Με πιο πιθανό σενάριο την εκ νέου συμμαχία σοσιαλδημοκρατών-χριστιανοδημοκρατών, με τους Γερμανούς βιομήχανους και τραπεζίτες να επιβάλλουν τον εκλεκτό τους, Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, ξανά Υπουργό Οικονομικών και, αυτή τη φορά, και Aντικαγκελάριο.

Αυτό το σενάριο θα περιπλέξει τα πράγματα, και το μόνο παρήγορο είναι πως ο Σόιμπλε εδώ και καιρό έχει πάψει να είναι ο απόλυτος κυρίαρχος του παιχνιδιού στην ευρωπαϊκή Οικονομία, καθώς ολοένα και πληθαίνουν οι φωνές κατά της λιτότητας. Αν, μάλιστα, εκλεγεί η Μαρίν Λεπέν στη Γαλλία ή και ο Μπέπε Γκρίλο στην Ιταλία, το «ράπισμα» που θα έχει δεχτεί η σκληρή νεοφιλελεύθερη παντοδυναμία στην Ευρώπη θα είναι ισχυρό και οι εξελίξεις τουλάχιστον ενδιαφέρουσες. ΗΝ